Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Το «Καμπαρέ»... Το «Καμπαρέ»...

Το «Καμπαρέ» είναι ένα από τα μιούζικαλ-ορόσημα όλων των εποχών διεθνώς. Βασισμένο σε ένα βιβλίο με αυτοβιογραφικές ιστορίες («Goodbye Berlin», έκδοση 1939) του Κρίστοφερ Ίσεργουντ, ανέβηκε το 1951 στο Μπρόντγουεϊ με τον τίτλο «I am a Camera» και το 1966 έγινε μιούζικαλ σε σκηνοθεσία του Χάρολντ Πρινς, με τίτλο «Καμπαρέ».
Το 1972, με μια εντελώς ελεύθερη προσαρμογή, o Mπομπ Φόσι το αναδεικνύει σε μια όμορφη κινηματογραφική ταινία.
Το έργο διαδραματίζεται στο Βερολίνο στις αρχές της δεκαετίας του 1931, κατά τη διάρκεια της ανόδου του ναζισμού. Συνδεδεμένο με τα γεγονότα της εποχής, όλη η πλοκή του εκτυλίσσεται στο Kit Kat Klub, ένα άθλιο βερολινέζικο καμπαρέ, όπου παρελαύνουν εκεί όλες οι φιγούρες του. Στην ταινία παρουσιάζεται η σχέση δύο ζευγαριών, της 19χρονης περφόρμερ Σάλι Μπόουλς με έναν νεαρό φοιτητή από τη μια, και μιας ξεπεσμένης αριστοκράτισσας και ενός Εβραίου μανάβη, από την άλλη. Σημαντική θέση στο έργο έχει και ο κομπέρ, ο οποίος σχολιάζει σαρκαστικά όλα τα τεκταινόμενα. Φόντο, μια ηθικά εκφυλισμένη κοινωνία και η παρακμή της ίδιας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 1 του Τσαϊκόφσκι

Το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1 σε σι ύφεση ελάσσονα αρ. 23 συνέθεσε ο Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι από τον Νοέμβριο του 1874 ως τον Φεβρουάριο του 1875.
Είναι μία από τις πιο δημοφιλείς συνθέσεις του συνθέτη και ένα από τα πιο γνωστά κοντσέρτα για πιάνο.
Η πρώτη σύνθεση δέχθηκε αυστηρή κριτική από τον Νικολάι Ρουμπινστάιν, αγαπημένο πιανίστα και δάσκαλο του συνθέτη. Αργότερα, ο Ρουμπινστάιν αποκήρυξε τις προηγούμενες κατηγορίες του και έγινε θερμός υποστηρικτής του έργου.
Ο Τσαϊκόφσκι, λαμβάνοντας σοβαρά την κριτική αυτή, αναθεώρησε το κοντσέρτο το καλοκαίρι του 1879 και τελευταία φορά τον Δεκέμβριο του 1888, δίνοντας τη μορφή που παίζεται σήμερα.
Έγραφε στη χορηγό του Φον Μεκ ο Τσαϊκόφσκι για την αντίδραση του Νικολάι Ρουμπινστάιν όταν άκουσε το Πρώτο Κοντσέρτο για Πιάνο: «Έπαιξα το πρώτο μέρος. Ούτε μία λέξη, ούτε μία παρατήρηση. Αν ήξερες μόνο πόσο απογοητευτικό είναι όταν κάποιος προσφέρει σε έναν φίλο του ένα “πιάτο” από το έργο του και εκείνος τρώει και παραμένει σιωπηλός... Οπλίστηκα με υπομονή και συνέχισα ως το τέλος. Πάλι σιωπή. Σηκώθηκα και ρώτησα: Λοιπόν;» Εν τέλει ο Ρουμπινστάιν εκφράστηκε: «...στην αρχή ήρεμα, έπειτα όλο και περισσότερο σαν τον Δία, τον κύριο των κεραυνών...».

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

To αστραφτερό «Χαμόγελο της Τζοκόντας» του Μάνου Χατζιδάκι

Απόγευμα Κυριακής, φθινόπωρο του 1963. Η 5η Λεωφόρος της Νέα Υόρκης γεμάτη κόσμο. Ανάμεσα στο πλήθος περπατά μια γυναίκα μόνη. Στην προθήκη ενός βιβλιοπωλείου η «Τζοκόντα» του Λεονάρντο ντα Βίντσι κοσμεί το εξώφυλλο ενός βιβλίου. Και ένα μουσικό θέμα του Βιβάλντι ακουσμένο πρόσφατα... Ένας κάπως ευτραφής κύριος, ο οποίος περπατούσε στο φόντο μιας παρέλασης, συνδυάζοντας μέσα του τα παραπάνω –«σε έναν συγκερασμό απελπισίας και αναμνήσεων», όπως αργότερα θα εξομολογηθεί– τα μετέπλασε σε έναν από τα πιο εμπνευσμένους δίσκους της νεότερης μουσικής ιστορίας: στο «Χαμόγελο της Τζοκόντας».
Ο κύριος του σχεδόν κινηματογραφικού σκηνικού δεν ήταν άλλος από τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος εξομολογείται στο σημείωμα του δίσκου: