Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Το Μεγαλυνάρι του Βρεττάκου – Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Όταν κανείς αγαπάει και θαυμάζει κάτι δεν έχει και ιδιαίτερες επιφυλάξεις για να το χαρακτηρίσει ως αριστούργημα. Το «Μεγαλυνάρι» είναι ένα υπέροχο ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου από το έργο του «Ο χρόνος και το Ποτάμι» (1957), που αγγίζει και εγείρει ενδότερές μας πλευρές, όπως καλά ξέρει να κάνει ο ποιητής του Ταϋγέτου. Μια ωδή στον έρωτα, με ποιητικές γλαφυρότατες εικόνες και με ό,τι στο καλό σημαίνει έρωτας. Την κατάλληλη στιγμή έγινε μια ευτυχής συνάντηση της ποίησης με τη μουσική και το αποτέλεσμα, όπως το προαναφέραμε. Το ποίημα τούτο μελοποιήθηκε, λοιπόν, από την Τερψιχόρη Παπαστεφάνου και έτσι ξεπήδησε  ένα μικρό κομματάκι από χρυσάφι που θα λαμπυρίζει πάντα. Θα μείνει ασμίλευτο από τον χρόνο, πιστεύουμε. Μπορεί, ποιος ξέρει, να αναλαμπαδεύσει κιόλας σε πιο φωτεινά χρόνια. Έχει κάτι από υποψία μικρής ανάμειξης με «θεϊκή» ουσία.
Το 1971 η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου κυκλοφόρησε έναν δίσκο με τίτλο «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Η πρώτη πλευρά του δίσκου έχει στίχους του Παναγιώτη Παναγιωτούνη και της Τ. Παπαστεφάνου και κρύβει πολλά επαναστατικά μηνύματα, παρότι κυκλοφόρησε στην καρδιά της δικτατορίας. Στο δίσκο τραγουδούν ο Γιάννης Μπογδάνος, η Δανάη Μπαραμπούτη και η Χορωδία Τρικάλων. Η διεύθυνση της ορχήστρας είναι της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου και σόλο μπουζούκι παίζει ο Στέλιος Ζαφειρίου.

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

O Γιοβάν Τσαούς και οι «Πέντε μάγκες του Περαία»

Ο συνθέτης, στιχουργός και οργανοπαίκτης Ιωάννης Εϊτζερίδης ή Ετζιρείδης γεννήθηκε στην Κασταμονή του Ικονίου της Μικράς Ασίας το1895 και πέθανε στον Πειραιά το 1942. Ήταν εξαιρετικός μουσικός και σολίστας του ταμπουρά (ούζι). Στη Μικρά Ασία ήταν διάσημος μουσικός και έπαιξε ακόμα και στην αυλή του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β’. Υπηρέτησε στον οθωμανικό στρατό ως «τσαούς» (=λοχίας) εξ ου και το προσωνύμιο.
Με την ανταλλαγή πληθυσμών ο Τσαούς ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου εργάστηκε ως ράφτης, ενώ αργότερα άνοιξε δικό του «καφεουζοπωλείον» στη Δραπετσώνα, όπου έπαιζε κυρίως για το κέφι του και για την παρέα του.
Πέθανε το 1942, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, μαζί με τη σύζυγό του Αικατερίνη Χαρμουτζή από τροφική δηλητηρίαση έπειτα από κατανάλωση ακατάλληλων τροφίμων (πιθανώς ψάρια), τα οποία λέγεται ότι μάζεψαν από τα σκουπίδια.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Όσο βαρούν τα σίδερα – το ιστορικό τους

Συμβαίνει κάποιες φορές να αμφισβητείται η κυριότητα ενός τραγουδιού και μάλιστα όταν ο χρόνος το έχει καταξιώσει ως ένα μεγάλο τραγούδι. Ένα από αυτά είναι και το «Όσο βαρούν τα σίδερα». Χρεώθηκε στα παραδοσιακά, ως ένα παρμένο μικρασιατικό. Το τραγούδι όμως ανήκει στον Στέλιο Φουσταλιεράκη (Φουσταλιέρη). Από ό,τι καταδεικνύεται ο Φουσταλιέρης πήρε δύο και μόνο στίχους, σημειωτέον μόνο στίχους, από ένα παραδοσιακό καθιστικό τραγούδι της Κωνσταντινούπολης του 1910, το οποίο ηχογράφησε στις ΗΠΑ το 1927 και η Μαρίκα Παπαγκίκα με τον τίτλο «Μπουρνοβαλιό». Παραθέτουμε αυτούς τους δύο στίχους του προαναφερθέντος τραγουδιού:
Βαρύτερ’ απ’ τα σίδερα, καλέ, είναι τα μαύρα ρούχα
Γιατί τα φόρεσα και γω για μιαν αγάπη που ’χα.
Η μελωδία αυτού του τραγουδιού φυσικά δεν σχετίζεται καθόλου με το εξαιρετικό δημιούργημα του Φουσταλιέρη. Το τραγούδι λοιπόν είναι δικό του και το κυκλοφόρησε το 1938 σε δίσκο με τη φωνή του Ιωάννη Μπερνιδάκη - Μπαξεβάνη.