Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Φραντς Σούμπερτ, τελευταίος από τους κλασικούς


(Λίχντελαλ, στη σημερινή Βιέννη, 1797 - Βιέννη 1828)
Αυστριακός συνθέτης που γεφύρωσε την κλασική με τη ρομαντική μουσική. Είναι κυρίως ονομαστός για τη μελωδία και την αρμονία των τραγουδιών του – ληντ, πληθ. λήντερ (ποίημα που τραγουδιέται από μία ή περισσότερες φωνές, με ή χωρίς τη συνοδεία οργανικής μουσικής και είναι ενσωματωμένο στην παράδοση των γερμανόφωνων χωρών).
Η δημοτικότητα των τραγουδιών  και της χορευτικής μουσικής ήταν τόσο μεγάλη στη Βιέννη, ώστε δημιουργήθηκαν ειδικές γιορτές αφιερωμένες στη μουσική του – «Οι σουμπερτιάδες»–, οι οποίες δίνονταν στα σπίτια πλουσίων εμπόρων και κρατικών υπαλλήλων.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλου) – ένας ευαίσθητος ρομαντικός

Αθήνα ή  Ζαγαζίκ Αιγύπτου 1882-1895(;).
Η πλέον καθοριστική φυσιογνωμία του ελαφρού τραγουδιού του Μεσοπολέμου, σημαντικότερος εκπρόσωπός του, βασισμένου σε γαλλικά πρότυπα. Τα τραγούδια του, όχι γραμμένα για τον εντυπωσιασμό της επιθεώρησης, αλλά περιγραφές της ίδιας του της ζωής, αντανακλούν έναν υπερφορτισμένο συναισθηματικό κόσμο με ποιητική διάθεση, τεχνική αρτιότητα, πικρό χιούμορ και μελωδική έμπνευση. Στιχουργός και τραγουδιστής των τραγουδιών του, σκηνικός εμψυχωτής και πιανίστας.
Στο μικρό θέατρό του, στη «Μάντρα» (από το 1930), στην οδό Μηθύμνης και στο ύψος της Φωκίωνος Νέγρη, ανέδειξε και συνεργάστηκε με πολλούς τραγουδιστές και ηθοποιούς. Νίκος Μοσχονάς, Πάολα, Λουίζα Ποζέλλι, Νινή Ζαχά, Ντιριντάουα, Τραϊφόρος, Ζωή Νάχη, Ορέστη Λάσκος, Κάκια Μένδρη και πολλά άλλα είναι τα ονόματα, μαζί με τη Δανάη Στρατηγοπούλου από την οποία παίρνουμε τις περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή του. Όσο ζούσε ήταν αντιεμπορικός ως προς τους δίσκους του, που αρχίζουν να γνωρίζουν δημοτικότητα περί το 1945-50, κατά την εποχή που διαδίδεται  το ρεμπέτικο σε ένα πλατύτερο κοινό.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Νίκος Σκαλκώτας - άνοιξε της πύλες της μουσικής για την Ελλάδα

(Χαλκίδα 1904 - Αθήνα 1949). Κορυφαίος Έλληνας συνθέτης, εκπρόσωπος της σύγχρονης μουσικής. Μαθητής του Κουρτ Βάιλ, του Φ. Γιάρναχ και του Ά. Σένμπεργκ στο Βερολίνο (1921-1933). Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν γύρισε από το Βερολίνο στην Αθήνα τον Μάιο του 1933 για να ξεφύγει από την καταπίεση του ανερχόμενου ναζισμού, συνάντησε εδώ όχι μόνο έλλειψη αναγνώρισης, αλλά και εχθρότητα και καταπίεση από τους ιθύνοντες της μουσικής τότε, που εντούτοις γνώριζαν την αξία του και τον φθονούσαν. Η Ελλάδα κατά κανόνα τρώει τα αξιόλογα παιδιά της, αλλά εκείνος αδιαμαρτύρητα δέχθηκε μια τελευταία θέση βιολονίστα στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ήταν εκπληκτικός βιολονίστας).
Κλεισμένος σε έναν δικό του κόσμο σιωπής, όντας σίγουρος ότι κανείς δεν τον καταλάβαινε, μπόρεσε να αναπτύξει ένα εντελώς προσωπικό ύφος, διαμορφώνοντας ένα δικό του δωδεκάφθογγο σύστημα (1935-1949). Χρησιμοποίησε επίσης και σειραϊκά ελεύθερα συστήματα σύνθεσης (1938-1949), ενώ συνέθεσε επίσης τονικά ή τροπικά έργα (Τριάντα έξι ελληνικοί χοροί για ορχήστρα, 1934-1936, Κλασική συμφωνία, και επίσης σουίτες, κοντσέρτα, μπαλέτα και έργα μουσικής δωματίου.

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

«Ο πασατέμπος» και η ιστορία του


Ο Μανώλης Χιώτης συνέθεσε τον περίφημο «Πασατέμπο» σε ηλικία 25 ετών, το 1946, σε στίχους του θεατρικού συγγραφέα Γιώργου Γιαννακόπουλου, αδελφού του επίσης θεατρικού συγγραφέα και συνεργάτη του Αλ. Σακελλάριου, Χρήστου Γιαννακόπουλου. Το τραγούδι ερμήνευσε η Ιωάννα Γεωργακοπούλου συνοδεία του Στελλάκη Περπινιάδη και στην πρώτη εκτέλεση μπουζούκι παίζει ο ίδιος ο Χιώτης. Λίγο μετά μάλιστα βγαίνει και σε άλλη εταιρεία με ερμηνευτές τη Ρόζα Εσκενάζυ και τον Ζαχαρία Κασιμάτη. Οι μεταγενέστερες επανεκτελέσεις του τραγουδιού είναι εκατοντάδες, αν και μία είναι που ξεχωρίζει και αποτελεί μια διαφορετική προσέγγιση του κομματιού. Είναι η ηχογράφηση του 1961 στη συγκινητική ερμηνεία του Στράτου Παγιουμτζή και στα μπουζούκια δύο δεξιοτέχνες που έγραψαν τη δική τους σελίδα στο λαϊκό τραγούδι: τον Γιαννάκη Αγγέλου και τον Γιάννη Παλαιολόγου.
Ας δούμε, όμως, πώς εμπνεύσθηκε ο Γ. Γιαννακόπουλος τους στίχους του «Πασατέμπου» και μάλιστα με δικά του λόγια, από την εξαίρετη έκδοση «Αληθινές ιστορίες» που επιμελήθηκε και εξέδωσε το 2006 ο ακάματος ερευνητής και συγγραφέας Κώστας Χατζηδουλής. Διαβάζουμε λοιπόν από το «Εδώ Αθήναι» -αθηναϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης- τον Ιανουάριο του 1948: