Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Μπλουζ

Ο όρος μπλουζ αναφέρεται στη λαϊκή μουσική των μαύρων Αμερικανών. Ένα είδος που «γεννήθηκε» στις αφροαμερικανικές κοινότητες των νότιον πολιτειών των ΗΠΑ στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα και έφθασε στη δεκαετία του 1960 να αποτελεί το βασικό στοιχείο στην εξέλιξη της αμερικανικής μουσικής.
Μολονότι η συνοδεία οργάνων είναι σχεδόν καθολική, τα μπλουζ είναι κατά βάση φωνητικά. Περισσότερο λυρικά παρά αφηγηματικά, τα τραγούδια εκφράζουν κυρίως τη λύπη ή τη μελαγχολία στον έρωτα. Για πολλά χρόνια τα μπλουζ καταγράφονταν μόνο από μνήμης, ζωντανά και σε προσωπικό επίπεδο. Πρώτη τους εμφάνιση στο δέλτα του Βόρειου Μισισιπή μετά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο. Βασισμένα στις αφρικανικές ρίζες τους (μπαλάντες και ρυθμικούς χορούς) εξελίχθηκαν σταδιακά σε μουσική για έναν τραγουδιστή, που δημιουργούσε «διάλογο» ανάμεσα στη φωνή και στην κιθάρα του, τραγουδώντας έναν στίχο και απαντώντας οργανικά.
Επηρεάστηκαν από τα τραγούδια της δουλειάς και του αγρού, το ραγκτάιμ, τη θρησκευτική μουσική και την ελαφρά λαϊκή μουσική των λευκών. Ξεκίνησαν και παίχτηκαν κυρίως από νότιους έγχρωμους εργάτες της γης και οι πρώτες αναφορές στα μπλουζ χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1890 ως τις αρχές του 1900. Το 1912 κυκλοφόρησε το τραγούδι «Memphis Blues», του Γουίλιαμ Κρίστοφερ Χάντι, το οποίο έγινε αμέσως πολύ δημοφιλές.
Τα πρώτα μπλουζ ακολουθούσαν, σε ό,τι αφορά το ρυθμικό τους πρότυπο, τον συχνά ακανόνιστο ρυθμό της φωνής, όπως φαίνεται σε ηχογραφήσεις της δεκαετίας του 1920, ακόμη και της δεκαετίας του 1930, από τους θρυλικούς Τσάρλι Πάτον, Μπλάιντ Λέμον Τζέφερσον, Ρόμπερτ Τζόνσον, Λάιτνινγκ Χόπκινς κ.ά. Οι πρώτες ηχογραφήσεις έγιναν στη δεκαετία του 1920 από μαύρες τραγουδίστριες όπως οι Μάμι Σμιθ, Με Ρέινι, Ίντα Κοξ Και Μπέσι Σμίθ.

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Απόστολος Χατζηχρήστος

(Σμύρνη 1903 - Αθήνα 1959). Συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής, οργανοπαίκτης. Γιος του Δημήτρη (Χρήστου το πραγματικό επώνυμο) από την Άνδρο και της Αναστασίας από τη Σάμο.
Σε μικρή ηλικία άρχισε μαθήματα πιάνου και ακορντεόν σε ωδείο, ενώ μιλούσε γαλλικά και τούρκικα. Σε ηλικία 17 ετών αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους. Η οικογένειά του φεύγει από τη Σμύρνη το 1922 και εγκαθίσταται στην Τζια. Ο ίδιος, με τη βοήθεια του επίσης αιχμάλωτου θείου του, δραπετεύει και μετά από έναν χρόνο καταφέρνει να βρει τους δικούς του.
Η οικογένεια παίρνει προσφυγικό σπίτι και μετακομίζει στο Τουρκολίμανο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 γνωρίζεται με τον Στράτο Παγιουμτζή (συγγενής της γυναίκας του Γαρυφαλλιάς) και τους υπόλοιπους της «Τετράδας του Πειραιά» ενώ υπήρξε στενός φίλος με τον Γιάννη Παπαϊωάννου.
Εξαιρετικός συνθέτης και ερμηνευτής, μπορεί να θεωρηθεί η φωνή της Σμύρνης στο πειραιώτικο ρεμπέτικο. Η πρώτη του εμφάνιση στη δισκογραφία ήταν το 1937 με το Δεν ξέρω τι γυρεύεις σε μουσική Ευάγγελου Γρυπάρη και στίχους Μίνου Μάτσα, όπου τραγουδά μαζί με τον συνθέτη. Ακολούθησε, το 1938, ο πρώτος δίσκος με τα δικά του τραγούδια Γιατί σκληρή και άπονη και Έχω βαθιά τον πόνο.

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Ζορζ Μπιζέ - «Κάρμεν»

(Παρίσι 1838 - Μπουζιβάλ 1875). Γάλλος συνθέτης. Συνέθεσε για το λυρικό θέατρο έργα γεμάτα ζωντάνια και γραφικότητα (Αλιείς μαργαριταριών,1863, Αρλεζιάνα, 1872, Κάρμεν, 1875).

H «Κάρμεν» είναι μια όπερα σε τέσσερεις πράξεις. Το λιμπρέτο γράφτηκε από τον Α. Μεγιάκ και Λ. Αλεβύ, ενώ η νουβέλα είναι του Πρ. Μεριμέ. Η όπερα παίχθηκε πρώτη φορά στην Οπερά-Κομίκ του Παρισιού, στις 3 Μαρτίου 1875, αλλά το κοινό δεν τη δέχθηκε με ενθουσιασμό. Η ερωτική τσιγγάνα, οι λαθρέμποροι, και η παρακμιακή ατμόσφαιρα της παράστασης αποθάρρυναν του Παριζιάνους. Ο Μπιζέ δυστυχώς δεν έζησε για να δρέψει τις δάφνες από τη μετέπειτα επιτυχία του έργου του, αφού πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία (37 ετών) από καρδιακή προσβολή.

Η Κάρμεν είναι γραμμένη στο ύφος της οπερά-κομίκ και αφηγείται την ιστορία του δον Χοσέ, ενός στρατιώτη που σαγηνεύεται από τα θέλγητρα της φλογερής τσιγγάνας Κάρμεν. Ο Χοσέ εγκαταλείπει τα πάντα για χάρη της, όμως χάνει την αγάπη της Κάρμεν από τον γοητευτικό ταυρομάχο Εσκαμίλιο, οπότε ο Χοσέ τη σκοτώνει τυφλωμένος από το πάθος και τη ζήλια.
Οι μουσικολόγοι θεωρούν ότι η όπερα αυτή συνδέει με γέφυρα την παραδοσιακή οπερά-κομίκ και τον ρεαλισμό (ή τον verismo) που χαρακτήριζε την ιταλική όπερα του 19ου αιώνα. Σε γαλλικό ύφος, και με πολλές καινοτομίες που δεν έγιναν εύκολα αποδεκτές εκείνη την εποχή, χρειάσθηκε πρώτα να εξαπλωθεί η φήμη της εκτός Γαλλίας για να κερδίσει τη θέση που της άξιζε σε αυτό το είδος.
Η όπερα πλέον είναι από τις πιο διάσημες στον κόσμο και ξεχωρίζει για τη λαμπρότητα της μελωδίας της, της αρμονίας και της ενορχήστρωσης, και για τη συγκινησιακή έκφραση των χαρακτήρων του Μπιζέ.
Έχoυν γίνει πολλές χορογραφίες του έργου, ενώ ομότιτλες ταινίες σκηνοθέτησαν ο Ερνστ Λιούμπιτς (1918), ο Κ. Σάουρα (1983), ο Φρ. Ρόζι (1984), καθώς και ο Ότο Πρέμινγκερ που εμπνεύστηκε την ταινία Carmen Jones (1954).

Η «Κάρμεν» του Φραντσέσκο Ρόζι
Με τη Χούλια Μιγκένεθ


«Τορεαντόρ» με τον υπέροχο Ντμίτρι Χβοροστόφσκι



Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Δόμνα Σαμίου - στυλοβάτης της παράδοσης

(Καισαριανή 1928 - Αθήνα 2012).
Μια μεγάλη κυρία και μαζί φρουρός και προστάτης της παράδοσής μας. Ο σύγχρονος πολιτισμός μας και το δημοτικό μας τραγούδι της οφείλουν πολλά. Αεικίνητη, ακούραστη για το αυθεντικό και το αληθινό, διέγραψε έναν άκρως δημιουργικό κύκλο και έγραψε ιστορία. Αναζητούσε τις βαθιές ρίζες των παραδοσιακών τραγουδιών μας και την αυθεντικότητά τους. Όντας η ίδια τραγουδίστρια υπηρέτησε το είδος με μια υπέροχη φωνή και μια πιστότητα μοναδική, ενώ ως αυτήκοος μάρτυς των ανθρώπων που από τόπο σε τόπο της μετέφεραν τα τραγούδια τους, εκείνη τα κατέγραφε και τα διέσωσε.
Σε ηλικία μόλις 13 ετών μαθήτευσε δίπλα στον δάσκαλο Σίμωνα Καρρά, τον θεματοφύλακα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, του δημοτικού μας τραγουδιού, στον Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής.
Ήταν παραγωγός στην ΕΡΤ της εκπομπής «Μουσικό Οδοιπορικό», και μας συντρόφεψε για πολλά χρόνια στα ταξίδια της απανταχού της Ελλάδας, με τα οποία μας έκανε γνωστά τα έθιμα και τη μουσική της πατρίδας μας.

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Μιχάλης Σουγιούλ - πατέρας του αρχοντορεμπέτικου

(Αϊδίνιο 1916 - Αθήνα 1918)
Ψευδώνυμο του Μιχάλη Σουγιουλτζόγλου, συγγενής της φωτογράφου Nelly’s. Πολυγραφότατος και σημαντικός συνθέτης, κατά τον Μεσοπόλεμο και έπειτα, ελαφράς μουσικής, που σε συνεργασία με τους στιχουργούς Αλέκο Σακελλάριο και Χρήστο Γιαννακόπουλο δημιούργησαν τη σχολή του αρχοντορεμπέτικου με δυτικές ενορχηστρώσεις και επίδραση από λαϊκούς ρυθμούς και καντάδες. Έγραψε μουσική για μεγάλο αριθμό παραστάσεων αλλά και για τον κινηματογράφο. Επιτυχίες που κρατούν στον χρόνο όπως: Άσ' τα μαλλάκια σου, Άρχισαν τα όργανα, Ο μήνας έχει εννιά, Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα, Σβήστε με απ’ τον χάρτη, Αδύνατον να κοιμηθώ, Ζεχρά, Ας ερχόσουν για λίγο, Χαράμι, Το τραμ το τελευταίο και άλλα πολλά.
Η συνεργασία του με τους πιο δημοφιλείς τραγουδιστές –άντρες, γυναίκες– εκείνης της εποχής (Σοφία Βέμπο, Δανάη, Καίτη Μπελίντα, Στέλλα Γκρέκα, Μάγια Μελάγια, Κάκια Μένδρη και Νίκο Γούναρη, Τώνη Μαρούδα, Στελλάκη Περπινιάδη) ιδιαίτερα γόνιμη.


Ζεχρά


Η Ζεχρά γράφτηκε το 1938 σε στίχους του Αιμίλιου Σαββίδη. Είναι ένα μείγμα από ανατολίτικες επιρροές και δημοτικό ηπειρώτικο ρυθμό. Αυτά με μια ενορχήστρωση δυτική. Τη μελωδία έντυσε με νέους στίχους κατόπιν ο Μίμης Τραϊφόρος για το τραγούδι «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» και η φωνή της Σοφίας Βέμπο το εκτίναξε σε έναν ύμνο για την ταλανιζόμενη πατρίδα του 1940. Και με τις δύο εκδοχές παραμένει ένα τραγούδι που εξακολουθεί να συγκινεί.

Μες στους δρόμους της Βαγδάτης/ είδαν τη κορμοστασιά της/ και ζηλέψανε
Και μια νύχτα δίχως άστρα/ μπήκαν στα ψηλά τα κάστρα/ και την κλέψανε.

Έτσι το ’θελε η Τύχη/ και η Ζεχρά σε έναν σεΐχη/ παραδόθηκε
και από τότε στο φεγγάρι/ κλαίει κάποιο παλικάρι/ που προδόθηκε.

Ζεχρά,πίστεψε με, Ζεχρά,/ πως πονώ κι υποφέρω/ δε σε λησμονώ
Ζεχρά, με δυο χείλη ωχρά/ τ’ όνομά σου προφέρω,/κλαίω και θρηνώ
Γύρω μου είν’ όλα νεκρά,/ σου τ’ορκίζομαι Ζεχρά.


Το τραμ το τελευταίο (Πρώτη εκτέλεση)


Στίχοι του Αλέκου Σακελλάριου. Πρώτο τραγούδι της σχολής του αρχοντορεμπέτικου, «εξευγενισμένου» ρεμπέτικου για πολύ πιο ανοιχτό ακροατήριο.

Εσούρωσα κι αργήσαμε, μα όσο και να φταίω
περπάτα να προλάβουμε το τραμ το τελευταίο.

Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι
Ντράγκα-ντρουγκ μες στο βραδάκι
Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι
να μάς πάει κούτσα-κούτσα στο παλιό μας το τσαρδάκι.

Περνούν πολύ μιζέρικα τα νιάτα μας τα έρμα
αλλ’ άνοιξε το βήμα σου, να φτάσουμε στο τέρμα.

Ντράγκα-ντρουγκ κι αν βρούμε θέση
θα στρωθείς και θα σ’ αρέσει
Ντράγκα-ντρουγκ κι αν βρούμε θέση
λίγο απάνω σου να γείρω, γιατί έχω γίνει φέσι.

Εμείς με τραμ πηγαίνουμε και άλλοι με ταξάρες
Για μας τα ντόρτια κι οι διπλές και γι’ άλλους οι εξάρες.

Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι
Ντράγκα-ντρουγκ μες στο βραδάκι
Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι
Ντράγκα-ντρουγκ τι κρίμα που’ναι να ’σαι τόσοφτωχαδάκι.


Ας ερχόσουν για λίγο - Δανάη
Στίχοι Μίμη Τραϊφόρου, γραμμένο για τη Σοφία Βέμπο


Χαράμι - Σοφία Βέμπο


Σβήστε με απ’ το χάρτη – Μπάμπης Τσέρτος