Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Παναγιώτης Τούντας

(Σμύρνη 1884 - Αθήνα 23.5.1942). Συνθέτης, στιχουργός, οργανοπαίκτης (μαντολίνο, βιολί κ.ά.) και ο πρώτος σταθμός στην ιστορία του ρεμπέτικου. Από παιδί άρχισε να παίζει μαντολίνο και σπούδασε μουσική στην Αίγυπτο. Από το 1915 συμμετείχε στη Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα του Σιδέρη Τα Πολιτάκια. Συμμετείχε σε διάφορα μουσικά σχήματα που έκαναν περιοδείες εκτός Σμύρνης για την ψυχαγωγία των Ελλήνων της διασποράς.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ήρθε και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Πρωτόπαιξε στο «Αραράτ» της λεωφόρου Αλεξάνδρας, τον Αύγουστο του 1923. Κατόπιν εμφανίστηκε στην ταβέρνα του Κερατζάκη στην Ανάσταση Κερατσινίου και αργότερα δημιούργησε τη δική του ορχήστρα.
Το 1924 ανέλαβε τη διεύθυνση του ελληνικού παραρτήματος της γερμανικής ODEON, ως το 1930. Ώσπου να κατασκευαστεί το εργοστάσιο δίσκων στην Ελλάδα, συνεργάζεται σχεδόν με όλες τις δισκογραφικές εταιρείες και διευθύνει τις περισσότερες ηχογραφήσεις, προωθώντας νέους καλλιτέχνες. Το 1931 αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής της COLUMBIA και της HIS MASTER'S VOICE και παραμένει στη θέση αυτή ως το 1941.
Έγραψε γύρω στα 230 τραγούδια που έχουν ερμηνευθεί από όλους τους προπολεμικούς τραγουδιστές της εποχής, όπως ο Κώστας Ρούκουνας, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κώστας Νούρος, η Ρόζα Εσκενάζυ, η Ρίτα Αμπατζή, ο Αντώνης Νταλγκάς, ο Ευάγγελος Σωφρονίου, ο Ζαχαρίας Κασιμάτης, ο Γιώργος Βιδάλης, ο Στράτος Παγιουμτζής κ.ά.

Το πρώτο του τραγούδι, «Η ζωντοχήρα», εντοπίζεται το 1919 στη δισκογραφία των Ελλήνων της Αμερικής. Από τα τραγούδια του ξεχωρίζουν: «Η γκαρσόνα», «Νέα Σμυρνιωτοπούλα», «Μπαρμπαγιαννακάκης», «Το κουκλί της Κοκκινιάς», «Κουβέντα με τον Χάρο» («Τον Χάρο τον αντάμωσαν»), «Εγώ θέλω πριγκιπέσα», «Είν' ευτυχής ο άνθρωπος», «Περσεφόνη μου γλυκιά», «Aμάν, Κατερίνα μου», «Η Δημητρούλα», «Χαρικλάκι», «Εργάτης τιμημένος», «Αερόπλανο θα πάρω», «Στου Λινάρδου την ταβέρνα», «Ήρθε ο χειμώνας», «Τα τσόκαρα», «Μαρινάκι», «Βαρβάρα» κ.ά.

Μαρινάκι
(Μουσική & στίχοι: Π. Τούντας - Τραγούδι: Νταίζυ Σταυροπούλου)


Ήσουνα δώδεκα χρονών και πήγαινες σχολείο
με σοβαρότητα πολλή, αχ! και κάποιο μεγαλείο

Το φουστανάκι το σεμνό με μάγευε μικρή μου
ήθελα να μεγάλωνες, αχ! να σ' έκανα δική μου

Μαρινάκι, Μαρινάκι, πήρες δρόμο στα γερά
κι είσαι τώρα σαν κουκλάκι Μαρινούλα μου γλυκιά (δις)

Γρήγορα μου 'γινες τρανή κι άλλαξες τα μυαλά σου
και μου παρατσαχπίνεψες κούκλα με τα σωστά σου

Μου ξεγατζώθηκες καλέ κι έβαλες τσοκαράκια
κρέμασες και στ' αφτάκια σου, αχ! δυο τριανταφυλλάκια

Μαρινάκι, Μαρινάκι, πήρες δρόμο στα γερά
κι είσαι τώρα σαν κουκλάκι Μαρινούλα μου γλυκιά (δις)

Οι περιπέτειες της πολύπαθης «Βαρβάρας»

Ο σοβαρός και ευγενικός Π. Τούντας δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι γράφοντας ένα χιουμοριστικό τραγούδι με στοιχειώδη σεξουαλικά υπονοούμενα θα προκαλούσε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στη δισκογραφία και θα γινόταν η αφορμή για την επιβολή της λογοκρισίας από τη δικτατορία του Μεταξά. Οι δίσκοι του καταστράφηκαν, τον έσυραν στο δικαστήριο όπου του επιβλήθηκε βαριά χρηματική ποινή, ενώ όλη η Ελλάδα παρακολουθούσε την Αστυνομία να κυνηγάει τη «δύστυχη Βαρβάρα». Γράφηκαν άρθρα επί άρθρων και σχόλια επί σχολίων που απαιτούσαν να εφαρμοστεί, επιτέλους, λογοκρισία στο τραγούδι.

Βαρβάρα
(Μουσική & στίχοι: Π. Τούντας - Τραγούδι: Στελλάκης Περπινιάδης)



Οι στίχοι
Η Βαρβάρα κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει
και ψαρεύει τα λαβράκια, κεφαλόπουλα, μαυράκια
Το καλάμι της στο χέρι, κι όλη νύχτα στο καρτέρι
περιμένει να τσιμπήσει το καλάμι να κουνήσει

Ένας κέφαλος βαρβάτος, όμορφος και κοτσονάτος
της Βαρβάρας το τσιμπάει, το καλάμι της κουνάει
Μα η Βαρβάρα δεν τα χάνει, τον αγκίστρωσε τον πιάνει
τον κρατά στα δυο της χέρια και λιγώνεται στα γέλια

Κοίταξε μωρή Βαρβάρα, μη σου μείνει η λαχτάρα
τέτοιος κέφαλος με νύχι, δύσκολα να σου πετύχει
Βρε Βαρβάρα μη γλιστρήσει και στη θάλασσα βουτήξει
βάστα τον απ’ το κεφάλι μη σου φύγει πίσω πάλι

Στο καλάθι της τον βάζει κι από την χαρά φωνάζει
έχω τέχνη έχω χάρη ν’ αγκιστρώνω κάθε ψάρι
Για έναν κέφαλο θρεμμένο όλη νύχτα περιμένω
που θα ’ρθεί να μου τσιμπήσει, το καλάμι να κουνήσει

Αφηγείται ο μάρτυρας-κατηγορούμενος Στελλάκης Περπινιάδης (Π. Κουνάδης, Τα Ρεμπέτικα, εκδ. «ΤΑ ΝΕΑ»:
[…] Άμα έβλεπες τη δίκη θα πέθαινες από τα γέλια. Η Αστυνομία είχε βγει παγανιά και γύριζε. Και καλημέρα, μήπως έχεις τη «Βαρβάρα»; Την έχω, έλεγε αυτός. Φέρ’ την εδώ. Την έπαιρνε λοιπόν, τσακ, πώς λέγεσαι; Καμιά πενηνταριά - εξηνταριά ήταν οι καταστηματάρχαι που τους είχανε μηνύσει.
[…]Ύστερα ο πρόεδρος φωνάζει εμένα. «Δεν ντράπηκες να τραγουδήσεις αυτό το τραγούδι;» με ρωτάει. «Εκτελώ χρέη που έχω κάνει. Ό, τι μου δώσανε το είπα. Εγώ είμαι εκτελεστής, η δουλειά μου είναι αυτή». […]
[…] Έφεραν (στο δικαστήριο) έναν πραγματογνώμονα από τον πανελλήνιο σύνδεσμο και έκανε ανάλυση του τραγουδιού. Είπε λοιπόν ο πραγματογνώμονας:
«Βρε αδερφέ, για σταθείτε. Δηλαδή επειδή το θέλει το δικαστήριο πρέπει να αλλάξουμε το όνομα του κέφαλου; Πώς να τον ονομάσουμε; Παλαμίδα; Σκουμπρί; Κέφαλος! Και αποκλείεται μια γυναίκα επειδή πήγε να ψαρέψει και έπιασε έναν κέφαλο; Τι να της πούμε; Της φώναξε ο βαρκάρης: Πιάστονε. Από πού θα τον έπιανε; Το ψάρι από πού πιάνεται; Από το κεφάλι, κύριε πρόεδρε ή από την ουρά;».
Δηλαδή ανάλυση τέτοια που ο πρόεδρος αναγκάστηκε και παραδέχτηκε ότι έτσι είναι αλλά και τι να κάνει τώρα; Να τον αθωώσει τον Τούντα; Θα γύρευε ρέστα. Λοιπόν, σου λέει, μια που ήρθε άσ’ τον να τον ζεματίσουμε αυτόν, να ξεμπερδεύουμε. Από τότε έγινε και η σφράγισις των τραγουδιών. […]
Μετά την απαγόρευση, πάνω στην ίδια μελωδία κυκλοφόρησε «Η Μαρίκα η δασκάλα» που κι αυτή κυνηγήθηκε για να ακολουθήσει το «Μανωλιός και Δημητρούλα» και να ησυχάσουν οι λογοκριτές.
Το μουσικό αυτό θέμα είναι επηρεασμένο από τον παραδοσιακό σκοπό της Λέσβου «Η θεια μου η Αμερσούδα» και χρησιμοποιήθηκε για τέταρτη φορά στο «Άκου Ντούτσε μου τα νέα», που καταγγέλλει τον Ιταλό δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι για την επίθεση στην Ελλάδα το 1940.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου