Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ - Toccata and Fugue in D minor


(Άιζεναχ 1685 – Λειψία 1750). Μέλος μιας γερμανικής δυναστείας μουσικών, χρειάσθηκε να περάσουν 100 χρόνια από τον θάνατό του για να αναγνωρισθεί η μεγαλοφυΐα του. Στα έργα του συνυπάρχουν η έμπνευση και ο απόλυτος διανοητικός έλεγχος σε μια σύνθεση σχεδόν μυστηριακή. Πατέρας της αρμονίας και της αντίστιξης, έδωσε τις βάσεις της σύγχρονης μουσικής και είναι δημιουργός της εκκλησιαστικής. Ένας παγκόσμιος μουσουργός  με κολοσσιαίο έργο (ορατόρια, φούγκες, όλα τα είδη της εκτός από όπερες),  που συνδύασε το λατινικό με το γερμανικό πνεύμα. Ψάλλει την απολύτρωση από την πρόσκαιρη ζωή και συγκεντρώνει τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση.

Toccata and Fugue in D minor



Η τοκάτα είναι μουσική ελεύθερη φόρμα, αυτοσχεδιαστική, με περίτεχνη γραφή, και δεξιοτεχνία του ερμηνευτή (εδώ στον Μπαχ το όργανο). Συνήθως προλογίζει μια φούγκα στην ίδια τονικότητα, η οποία περιλαμβάνει διάφορα είδη αντιστικτικής σύνθεσης που βασίζονταν στη μίμηση, ειδικότερα το είδος που ονομάζουμε σήμερα κανόνα (πολυφωνικό έργο).
Το έργο του Μπαχ ξεκινάει με ένα ελεύθερο άνοιγμα (τοκάτα), μια φευγαλέα διαίρεση (φούγκα) και ένα μικρό κλείσιμο. Η σύνδεση με τη νοτιογερμανική σχολή επισημάνθηκε από τον βιογράφο του Μπαχ το 1873.
Η τοκάτα κάνει την είσοδό της με ένα βασικό μοναχικό προανάκρουσμα με υψηλά διαστήματα του οργάνου, διπλασιασμένα στην οκτάβα.
Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί για την αρχική μορφή του έργου και ποιοι συμμετείχαν στη «μετεξέλιξή» του.

«Φαντασία» του Γουόλτ Ντίσνεϋ



Η καταπληκτική ταινία του Ντίσνεϋ «Φαντασία» (1940) ανοίγει με αυτή την «Τοκάτα και Φούγκα» σε ενορχήστρωση του Λέοπολντ Στοκόφσκι (1927).
M.M.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Σπύρος Περιστέρης - Μινόρε της αυγής

(Σμύρνη 1900 - Αθήνα 15.3.1966). Σπουδαίος μουσικός, με μεγάλες γνώσεις και σπάνιο ταλέντο. Εξαίρετος οργανοπαίκτης (μαντολίνο, μπουζούκι, κιθάρα κ.ά.), μοναδικός ενορχηστρωτής, ικανότατος συνθέτης και καλλιτέχνης με ιδιαίτερο ένστικτο στον εντοπισμό ταλέντων.
Από μικρός έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα μουσικά όργανα. Το 1916 μετακόμισε με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη, όπου, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, κατόρθωσε να σπουδάσει στο νυχτερινό τμήμα της Ιταλικής Σχολής και να αποφοιτήσει έχοντας μάθει την ιταλική και τη γερμανική γλώσσα. Γύρω στο 1918 επέστρεψε στη Σμύρνη και, παρά το νεαρό της ηλικίας του, ηγήθηκε της περίφημης σμυρναίικης Εστουδιαντίνας «Τα Πολιτάκια», αντικαθιστώντας τον πατέρα του μετά τον θάνατό του, ενώ συμμετείχε στην ανασυγκρότησή της στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Στη δισκογραφία ξεκίνησε ως οργανοπαίκτης (μαντολίνο) από ηχογραφήσεις στη Σμύρνη και στην Πόλη την περίοδο 1919-1922. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου έμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του, ενώ για περισσότερα από τριάντα χρόνια (1931-1965) θα πρωταγωνιστήσει στα δισκογραφικά δρώμενα της Ελλάδας ως διευθυντής της εταιρείας Odeon-Parlophon, αλλά και ως συνθέτης. 

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Η προσευχή του μάγκα - Ρεμπέτικο



Θεέ μου μεγαλοδύναμε
με τον Γιώργο Ξηντάρη


Θεέ μου μεγαλοδύναμε
με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη και τον Τζίμη Πανούση


Θεέ μου μεγαλοδύναμε που 'σαι ψηλά 'κει πάνω
ρίξε λιγάκι τουμπεκί, Θεούλη μου, στον αργιλέ μου απάνω

Εκεί ψηλά στης εκκλησιάς στις σκοτεινές (αψηλές) καμάρες
αρχίσαμε τις ντουμανιές (ανάψαμε τις τσιμπουκιές)
Θεούλη μου σα να 'τανε λαμπάδες

Μπρος στον Άγιο Σπυρίδωνα με τ' άσπρα του τα γένια
του σκάω (τραβάω) μία ντουμανιά, Θεούλη μου ξεραίνεται στα γέλια

Κι όταν ανάψει ο αργιλές κι έρθουμε στο ντουμάνι
βάλε όλους τους αγγέλους σου, Θεούλη μου, να πουν το νάνι νάνι

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Αντόνιο Βιβάλντι - Οι Τέσσερις Εποχές (Le Quattro Stagioni)

(Βενετία 1678 - Βιέννη 1741). Γνωστός και ως «κοκκινομάλλης παπάς» (il prete rosso). Δεξιοτέχνης του βιολιού και πολυγραφότατος συνθέτης. Χειροτονήθηκε ιερέας αλλά απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του και διορίστηκε καθηγητής βιολιού στο ίδρυμα Ospedale della Pieta της Βενετίας, ένα εκκλησιαστικό άσυλο απόρων κοριτσιών, για τα οποία συνέθεσε τα έργα του, που είναι τα περισσότερα συγκεντρωμένα σε συλλογές. Η μουσική του δυστυχώς ξεχάστηκε μετά τον θάνατό του και ξαναήρθε στην επιφάνεια τον 20ό αιώνα.
Περί το 1725 ο Βιβάλντι εξέδωσε τις Τέσσερις εποχές (Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας), που είχε συνθέσει λίγα χρόνια νωρίτερα, και είναι τα πρώτα τέσσερα από μια σειρά κοντσέρτων με τον γενικό τίτλο Il cimento dellarmonia e dellinventione (O ανταγωνισμός ανάμεσα στην Αρμονία «Λογική» και στην Επινόηση «Φαντασία»). Τα τέσσερα κοντσέρτα είναι γραμμένα για βιολί και ορχήστρα εγχόρδων, αποτελούνται από τρία μέρη και περιέχουν ονοματοποιητικά ευρήματα, όπως «Το κελάηδισμα των πουλιών» (Άνοιξη), «Ο κούκος», «Οι άνεμοι» (Καλοκαίρι), «Το ζώο που ξεφεύγει» (Φθινόπωρο), «Τα δόντια που χτυπούν» (Χειμώνας). Συγκαταλέγονται σήμερα ανάμεσα στα δημοφιλέστερα έργα που γράφτηκαν ποτέ, ένα από τα πιο υπέροχα της μουσικής μπαρόκ. Η επίκληση της φύσης μέσα από τη μουσική με τη χρήση μουσικών οργάνων για τη μίμηση των ήχων της στο πιο διάσημο δείγμα.
Μ.Μ.

Άνοιξη (αλέγκρο)
Το ξύπνημα της άνοιξης, Το κελάιδισμα των πουλιών,
Το ψιθύρισμα της πηγής, Η καταιγίδα.




Καλοκαίρι (αλέγκρο νον μόλτο)
Ο κάματος της ζέστης, Ο κούκος, Το τρυγόνι, Η καρδερίνα, Απαλή αύρα,
Διάφοροι άνεμοι, Ο θρήνος του νεαρού χωρικού.


Φθινόπωρο (αλέγκρο)
Χωρικοί χορεύουν και τραγουδούν, Ο μέθυσος, Ο κοιμισμένος μέθυσος.



Χειμώνας (αλέγκρο)
Περπατώντας στον πάγο, Περπατώντας προσεκτικά και φοβισμένα,
Το πέσιμο, Τρέξιμο μετά το πέσιμο, Ο σιρόκος, Ο βοριάς και οι άλλοι άνεμοι.

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο Μεγάλος Ερωτικός – Μια πραγματεία περί Έρωτος και Μουσικής

Εξώφυλλο Γιάννης Μόραλης
Ταπεινά προσκυνούμε (όχι όπως χρησιμοποιείται με τη θρησκευτική έννοια η λέξη, αλλά με την ακριβή, την απότιση σεβασμού, και συνάμα δέους) σε αυτό το διαμάντι της ελληνικής μας μουσικής. Θέλει στάση προσοχής, σαν να μετέχεις σε μια τελετή μύησης, για να αφεθείς στην αρτιότητα αυτού του μουσικού επιτεύγματος. Ακόμη και το ένστικτο σου απαγορεύει κάποια παρεκτροπή μήπως μολύνεις  κάτι από το δημιουργικό πνευματικό σύνολο. Ο Μάνος Χατζιδάκις πρέπει να βρέθηκε συντροφιά για πολλά μερόνυχτα με τις Ελικωνιάδες Μούσες της Πιερίας, και περισσότερο με την Ερατώ και την Τερψιχόρη, που θα ήταν η  πηγή έμπνευσής του.
Συγκέντρωσε ένα απάνθισμα έντεκα ερωτικών ποιημάτων (όλα τα ποιήματα ακολουθούν μετά το τέλος του κειμένου) από την αρχαιότητα ως τον 20ό αιώνα και συνέθεσε μια «λειτουργία – κάτι σαν τους εσπερινούς αγίων σ’ ερημοκλήσια μακρινά με τη συμμετοχή φανταστικών αγγέλων, εραστών, παρθένων και εφήβων».

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Γιώργος Ζαμπέτας - Ο γνήσιος μάγκας

(Αθήνα 25.1.1925 - 11.3.1992). Συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής, οργανοπαίκτης. Γεννήθηκε  στην Ακαδημία Πλάτωνος. Ήταν γιος κουρέα που έπαιζε μπουζούκι, κιθάρα και μαντολίνο. Ο ίδιος άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι από έξι χρόνων, παίρνοντας κρυφά το μπουζούκι του πατέρα του που ήταν κρεμασμένο στο κουρείο.
Προτού καθιερωθεί έκανε διάφορα χειρωνακτικά επαγγέλματα. Όταν υπηρετούσε τη θητεία του ως σμηνίτης έκανε εκπομπές στο ραδιοσταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, τις οποίες συνέχισε και μετά (1950-1957). Από το 1950 αρχίζει να δουλεύει επαγγελματικά στα πάλκα λαϊκών κέντρων.
Στη δισκογραφία μπήκε το 1953 με το τραγούδι «Σαν σήμερα, σαν σήμερα» σε στίχους του μετέπειτα βασικού συνεργάτη του Χαράλαμπου Βασιλειάδη (Τσάντα) που το τραγούδησε ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Τον ίδιο χρόνο παντρεύεται και στη συνέχεια αποκτά τρία παιδιά, δύο κόρες και  έναν γιο, τον Μιχάλη, ο οποίος θα ακολουθήσει τα χνάρια του στο μπουζούκι. Ως το 1960 ηχογράφησε 36 τραγούδια στις 78 στροφές.
Με τον Μάνο Χατζιδάκι
Το 1959 τον επιλέγει ο Μάνος Χατζιδάκις ως σολίστ στις συνθέσεις του ενώ τα επόμενα χρόνια συμμετείχε παίζοντας μπουζούκι σε τραγούδια των Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρου Ξαρχάκου, Μίμη Πλέσσα, Γιάννη Μαρκόπουλου κ.ά. Με τη σιδερένια θέληση και την ανεξάντλητη υπομονή που τον χαρακτήριζαν ανεβαίνει σταθερά τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας του λαϊκού τραγουδιού, δημιουργώντας «δική του σχολή» στη λαϊκή μουσική και κάνοντάς το μπουζούκι γνωστό στην οικουμένη.
Η δεκαετία του 1960 είναι γι’ αυτόν η πιο γόνιμη συνθετική περίοδος. Η γνωριμία του μάλιστα με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου οδηγεί σε μια σειρά από αριστουργηματικά τραγούδια όπως «Δεν έχει δρόμο να διαβώ», «Τα δειλινά», «Με τον Βοριά» κ.ά. Συνεργάστηκε επίσης, εκτός από τον Χ. Βασιλειάδη, με τους Πυθαγόρα, Καγιάντα, Πρετεντέρη, Παπαδόπουλο, Τζεφρώνη, Παπαγιαννοπούλου.
Με τη μούσα του Βίκυ Μοσχολιού
Όλα τα τραγούδια του αντιπροσωπεύουν τη δική τους εποχή και ταυτόχρονα φέρουν τη σφραγίδα της ερμηνείας μεγάλων λαϊκών τραγουδιστών (Πρ. Τσαουσάκης, Στρ. Παγιουμτζής, Στ. Καζαντζίδης, Πόλυ Πάνου, Π. Γαβαλάς, Γρ. Μπιθικώτσης, Βίκυ Μοσχολιού, Μαρινέλλα , Τ. Βοσκόπουλος κ.ά.)
Έγραψε μουσική για πολλές ελληνικές ταινίες καθώς και για θεατρικές επιθεωρήσεις και έλαβε μέρος ως δεξιοτέχνης του μπουζουκιού σε διεθνή φεστιβάλ στην Ευρώπη και στην Αμερική. Εμφανίστηκε στην τηλεόραση και σε ραδιοφωνικές εκπομπές της Αμερικής και του BBC και θαυμάστηκε ιδιαίτερα για τον αυθορμητισμό του και τον ιδιαίτερο τρόπο που εκτελούσε τη «δυτικότροπη» μουσική του και για τις μελωδικές και ευρηματικές εισαγωγές του.
Η μουσική αυλαία για τον Γιώργο Ζαμπέτα έπεσε το 1991 με το τραγούδι  «Χίλια περιστέρια» που ερμήνευσε ο ίδιος. Άφησε κληρονομιά ένα μεγάλο έργο (η συνολική δισκογραφία του ξεπερνά τα 500 τραγούδια) που αγαπήθηκε από το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού και ο ίδιος πέρασε στο πάνθεον των μεγάλων της λαϊκής μας μουσικής.

Πού 'σαι Θανάση 
(Μουσική Γιώργος  Ζαμπέτας - Στίχοι Χαράλαμπος Βασιλειάδης)

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Μίκης Θεοδωράκης - Άξιος εστί

(Χίος, 29 Ιουλίου 1925). Με καταγωγή από χωριό των Χανίων Κρήτης, γιος ανωτέρου δημοσίου υπαλλήλου, πέρασε τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής του σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επαρχίας όπως Μυτιλήνη, Σύρος και Αθήνα, Γιάννενα, Κεφαλλονιά, Πύργο, Πάτρα και κυρίως στην Τρίπολη, λόγω των μεταθέσεων του πατέρα του.
Το πρώτο μουσικό όργανο που έπιασε στα χέρια του ήταν βιολί, με το οποίο δημιούργησε τα πρώτα του σχεδιάσματα το1937 στην Πάτρα και με μεγαλύτερο ζήλο αργότερα στον Πύργο. Οι μουσικές του σπουδές αρχίζουν με μαθήματα πιάνου στο Ωδείο της Τρίπολης και από τότε άρχισε να διαφαίνεται ότι η ζωή του θα μοιραζόταν ανάμεσα στη μουσική και σε αγώνες για ανθρωπιστικές αξίες.
Στην Τρίπολη το 1943, σε ηλικία μόλις 17 ετών, δίνει την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στο ΕΑΜ και αγωνίζεται κατά των Γερμανών κατακτητών. Συγχρόνως σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη.
Μετά την απελευθέρωση ξεσπά ο Εμφύλιος. Ο Θεοδωράκης, λόγω των προοδευτικών του ιδεών καταδιώκεται από τις αστυνομικές Αρχές. Για ένα διάστημα ζει παράνομος στην Αθήνα χωρίς να σταματήσει την επαναστατική του δράση. Τελικά συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην αρχή στην Ικαρία και στη συνέχεια στο επονομαζόμενο στρατόπεδο θανάτου, στη Μακρόνησο.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Μορφές σύνθεσης της Μουσικής

Μαρία Κάλλας
Κοντσέρτο για βιολί
Άρια: Σύνθεση για μονωδία μεγαλύτερης έκτασης ενός απλού άσματος, συνοδευόμενη από ένα ή περισσότερα όργανα.

Ιντερμέτζο: Είναι φωνητική ή οργανική μουσική σύνθεση, η οποία εκτελείται μεταξύ των πράξεων ενός θεατρικού έργου.

Καντάτα: Είναι είδος φωνητική μουσικής με συνοδεία ορχήστρας. Είδη: Εκκλησιαστική και Κοσμική. Από την Εκκλησιαστική προήλθε το Ορατόριο και από την Κοσμική το Μελόδραμα.

Κοντσέρτο: Είναι συμφωνικό έργο, το οποίο εκτελείται από ένα ή περισσότερα όργανα (πιάνο, βιολί, δύο φλάουτα) συνοδευόμενα από μεγάλη ή μικρή ορχήστρα.
Έτσι έχουμε κοντσέρτο για πιάνο, βιολί, βιολοντσέλο κ.ά. Αποτελείται από τρία μέρη: αλέγκρο, αντάντε, φινάλε, ρόντο. Όταν το κοντσέρτο αποτελείται από τρία ή περισσότερα μονωδούντα όργανα καλείται  γκρόσο.

Λιμπρέτο: Είναι το πεζό κείμενο του μελοδράματος (δηλαδή τα λόγια).

Μενουέτο: Είναι χορευτική μορφή με ρυθμό ¾, η οποία παρεμβάλλεται πολλές φορές σε μια σουίτα, σονάτα και συμφωνία.

Μοτέτο: Είναι πολυφωνική θρησκευτική σύνθεση χωρίς συνοδεία οργάνων, βασιζόμενη σε περικοπές ψαλμών και Ευαγγελίων.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Ο Μάνος Χατζιδάκις για το ρεμπέτικο τραγούδι

Η διάλεξη δόθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1949, στο «Θέατρο Τέχνης»

Θα ήθελα προκαταβολικά να σας πληροφορήσω, πως μ’ όλη μου την καλή διάθεση, δεν είμαι σε θέση να πω, ούτε καινούργια πράγματα, ούτε κι όσα μιλήσω απόψε να τα δώσω με σοφία. Θα προσπαθήσω όμως κι όσο μπορώ πιο καλά, να σας μεταδώσω αυτό που με κάνει να ζω και να βλέπω την αξία του μέχρι σήμερα περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης.
Τώρα αν τούτη η πανηγυριώτικη ομιλία για το ρεμπέτικο, γινόταν πριν δυο χρόνια, ίσως να ‘χε κάπως διαφορετικό χαρακτήρα, δηλαδή να ‘ταν, πιο μεροληπτική –μπορούμε να πούμε– και συγχρόνως πιο ενθουσιαστική για το θησαυρό που κλείνουν οι ρυθμοί του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου. Δεν θα μπορούσαμε ίσως να ξεφύγουμε από τη γοητεία του γυαλένιου ήχου ενός μπουζουκιού για να κοιτάξουμε το θέμα μας στη ρίζα του κι ακόμη να μείνουμε όσο χρειάζεται ψυχροί κι αντικειμενικοί για μια τέτοια δουλειά.
Αυτό –θα πείτε– μπορεί να γίνει σήμερα; Είναι κάτι που δεν μπορώ να προεξοφλήσω με βεβαιότητα. Όσο να ’ναι όμως, η μεγάλη διάδοση που πήρε τα δύο τελευταία χρόνια το ρεμπέτικο, μας αφήνει περιθώριο για μια τέτοια, επικίνδυνα πρώιμη, ομολογώ εργασία.
Το ρεμπέτικο, κι αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, έχει πια επιβάλλει τη δύναμή του, λίγο-πολύ σε όλους μας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε δηλαδή γιατί το παραδεχόμαστε, είτε όχι, ενώ συγχρόνως βλέπουμε να έχει δημιουργηθεί γύρω του μια επιπόλαιη κατάσταση μόδας, που μας κάνει ν’ αντιδρούμε δικαιολογημένα σ’ αυτήν και ν’ αμφιβάλουμε για τη μελλοντική και ποιοτική εξέλιξη του είδους. (Εδώ πέρα βέβαια παίρνω σαν δεδομένο την ποιοτική του αξία). Και στον τόπο μας καθώς κι έξω, όλα περνούν απ’ αυτήν την περίοδο που ονομάζουμε μόδα. Μήπως απέφυγε κάτι τέτοιο το δημοτικό μας τραγούδι πριν 50 χρόνια, σαν φούντωνε το κίνημα των δημοτικιστών; Κι ακόμη πριν δύο χρόνια, το ίδιο δεν είχε συμβεί με τις λαϊκές εικαστικές τέχνες, όπου ο Θεόφιλος και ο Παναγής Ζωγράφος προβάλλονται στο ίδιο πλάνο με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα;

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Μέντελσον Μπαρτόλντυ, Κοντσέρτο για βιολί, έργο 64

(Αμβούργο 1809 - Λειψία 1847)
Γερμανός συνθέτης,  μεθοδικός και ακούραστος εργάτης της μουσικής, με ευρέος φάσματος έργο παρά το ότι πέθανε σε ηλικία μόλις 38 ετών από εγκεφαλική αιμορραγία. Εκδήλωσε το ταλέντο του στο πιάνο και στη διεύθυνση ορχήστρας  από την πολύ νεαρή του ηλικία. Σε ηλικία 20 ετών διηύθυνε την πρώτη εκτέλεση του Κατά Ματθαίον Πάθη μετά τον θάνατο του Μπαχ. Το 1834 διορίζεται διευθυντής της Ορχήστρας Γκεβάντχαους της Λειψίας και το 1843 οργανώνει το πρώτο ωδείο στη Λειψία το οποίο και διευθύνει.
Το έργο του κινείται ανάμεσα στον ρομαντισμό (Κοντσέρτο για βιολί - 1845, Τραγούδια χωρίς λόγια για πιάνο) και στη σύγχρονη γραφή και την εκλεπτυσμένη ενορχήστρωση (Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας - 1843). Συνέθεσε και πέντε συμφωνίες (Ιταλική,1833, Σκωτική, 1842 κ.ά).

Κοντσέρτο σε μι ελάσσονα, έργο 64
Το βιολί αυτό που «μιλάει», παρά το πτωχόν του βίντεο, είναι του Λεονίντ Κόγκαν (1924-1982, Ουκρανός, εβραϊκής καταγωγής, που διέπρεψε στη Ρωσία). Ένας από τους πιο διάσημους δεξιοτέχνες του βιολιού του 20ού αι.



Ένα από τα δημοφιλέστερα κοντσέρτα για βιολί όλων των εποχών το οποίο έχει αναπτύξει φήμη ως ένα από τα βασικότερα κοντσέρτα που μαθαίνουν οι σολίστ του βιολιού.
Το κοντσέρτο, που λόγω της διστακτικότητας του Μέντελσον χρειάσθηκε έξι χρόνια για να τελειώσει, πρωτοπαρουσιάσθηκε στη Λειψία στις 13 Μαρτίου 1845 με σολίστ τον Φέρντιναντ Ντάβιντ υπό τη διεύθυνση όμως του Νιλς Γκέιντ επειδή ασθενούσε ο Μέντελσον. Ο ίδιος το εκτέλεσε στις 23 Οκτωβρίου 1845 υπό τον ίδιο πάντα σολίστ, παιδικό του φίλο, τον οποίο μάλιστα είχε συμβουλευθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια μέχρι την ολοκλήρωση του κοντσέρτου του.
Το έργο είναι γραμμένο για σόλο βιολί και μια κλασική ορχήστρα που περιλαμβάνει δύο φλάουτα, δύο όμποε, δύο κλαρινέτα, δύο φαγκότα, δύο κέρατα, δύο τρομπέτες, τύμπανα και έγχορδα.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Η Ιστορία της Μουσικής συνοπτικά


Η Μουσική είναι μια ξεχωριστή γλώσσα που αποτείνεται στον ίδιο τον νου και την καρδιά. Εκφράζει σκέψεις, συναισθήματα, υποβάλλει εικόνες, οπτασίες ασύλληπτες πέρα και πάνω από το ορατό κόσμο. Είναι η ψυχική μόρφωση, είναι η ίδια η φιλοσοφία, έλεγε ο Πλάτων.
Η μουσική υπάρχει μαζί με τον άνθρωπο, παίζοντας σημαντικό ρόλο στη ζωή του.
Από τον Όμηρο ακόμη το αίμα από την πληγή του Οδυσσέα σταματάει με τη μουσική.
Αν πάμε πίσω στον χρόνο, αρχίζοντας από τους Αιγύπτιους θα δούμε ότι η μουσική παίζει σημαντική θέση  στον ιδιωτικό και στον δημόσιο βίο τους. Αυτό μαρτυρείται σε όλα τα σωζόμενα μνημεία, οι παραστάσεις των Πυραμίδων, οι τοιχογραφίες, οι πάπυροι, τα έργα γλυπτικήw, οι ιεροτελεστίες, οι νεκροπομπές κ.ά. έχουν σχεδόν πάντα μια συνοδεία μουσικής. Τα μουσικά όργανα των Αιγυπτίων: Άρπες μεγάλες, μικρές, λύρες, κιθάρες, τύμπανα, σείστρα, αυλοί και κουδουνάκια. Μάλιστα, σε πολλές παραστάσεις βλέπουμε έναν τραγουδιστή που τον συνοδεύουν άλλα πρόσωπα με το ρυθμικό κτύπημα των χεριών, με τα παλαμάκια, όπως θα λέγαμε σήμερα.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Σεζάρια Έβορα - Sodade


(Πράσινο Ακρωτήρι 1941). Η επονομαζόμενη «ξυπόλυτη ντίβα», επειδή τραγουδούσε χωρίς να φοράει παπούτσια, υπηρέτησε τα παραδοσιακά είδη μουσικής κολαντέιρας και μόρνας, τραγούδια λύπης, μελαγχολίας και νοσταλγίας, που της τα δίδαξε, όταν ήταν μόλις 16 ετών ένας ναυτικός από το Πράσινο Ακρωτήρι. Με επιρροές από την παράδοση της Πορτογαλίας, της Βραζιλίας και της Κούβας, η Σεζάρια Έβορα, μέχρι τότε άσημη, ξεκινάει την επιτυχημένη της καριέρα παγκοσμίως το 1987, όταν έδωσε τις πρώτες της συναυλίες στη Λισαβόνα.
Έβαλε τέλος στη μουσική της καριέρα  αφού είχε υποβληθεί σε επέμβαση ανοιχτής καρδιάς πριν από έναν χρόνο στο Παρίσι, η οποία την εξάντλησε πολύ. Έφυγε από τη ζωή στις 17 Δεκεμβρίου του 2011.

Sodade



Θλίψη

Ποιος σου έδειξε
Αυτό τον μακρινό δρόμο
Αυτόν τον δρόμο
Για τον Σάο Τομέ

Η θλίψη, η θλίψη
Για τη γη μου, Σάο Νικολάου *

Αν μου γράψεις γράμμα
Θα σου απαντήσω
Αν με ξεχάσεις
Θα σε ξεχάσω

Ως τη μέρα που θα γυρίσεις πίσω

*Ο Σάο Νικολάου (Άγιος Βασίλης) είναι νησί του Πράσινου Ακρωτηρίου.